
- Ειδήσεις
- Σύνταξη
Η Γιαγιόι Κουσάμα, η Ιαπωνέζα καλλιτέχνιδα που πέθανε σε ηλικία 97 ετών, είχε κατακτήσει παγκόσμια αναγνώριση με τα χαρακτηριστικά μοτίβα με βούλες και τα εμβληματικά Infinity Mirror Rooms, που προσέλκυσαν εκατομμύρια επισκέπτες και έφτασαν σε τιμές-ρεκόρ σε δημοπρασίες. Ωστόσο, σύμφωνα με την Αλεξάντρα Μονρό, συγγραφέα και ανώτερη επιμελήτρια στο Μουσείο Γκούγκενχαϊμ, η τεράστια φήμη της μπορεί να έκρυψε την πραγματική καλλιτέχνιδα. Σε άρθρο της στους New York Times μετά τον θάνατο της Κουσάμα, η Μονρό υποστηρίζει ότι η δημόσια εικόνα της εκκεντρικής καλλιτέχνιδας με την κόκκινη περούκα και τις βούλες επισκίασε το βάθος και την πολυπλοκότητα του έργου της.
Η πρώτη γνωριμία το 1988
Η Αλεξάντρα Μονρό θυμάται την πρώτη τους συνάντηση το 1988, όταν η Κουσάμα ζούσε ήδη για περισσότερο από μία δεκαετία οικειοθελώς σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο και είχε σχεδόν ξεχαστεί στη Νέα Υόρκη, όπου είχε υπάρξει μέρος της πρωτοπορίας των δεκαετιών του 1950 και του 1960. Τότε, ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια που μελετούσε τη μεταπολεμική ιαπωνική τέχνη, η Μονρό είχε προσκληθεί να επιμεληθεί την εναρκτήρια έκθεση του Center for International Contemporary Arts (CICA) στη Νέα Υόρκη. Επέλεξε την Γιαγιόι Κουσάμα με στόχο ακριβώς να επαναφέρει το έργο της στο προσκήνιο. Τριάντα επτά χρόνια αργότερα, γράφει, συνέβη σχεδόν το αντίθετο: η Κουσάμα είχε γίνει τόσο διάσημη, ώστε η ίδια η φήμη της άρχισε να κρύβει την καλλιτέχνιδα.
Η πρώτη τους συνάντηση έγινε σε ένα καφέ στο Τόκιο. Η Μονρό θυμάται μια γυναίκα που περπατούσε γρήγορα και ελαφρώς σκυφτή, με έντονο βλέμμα, βαρύ κραγιόν και βαθιά αυλακωμένο μέτωπο. Μιλούσε με κοφτό, καταιγιστικό τρόπο, περνώντας από ιστορίες και προδοσίες σε θριάμβους και πεποιθήσεις, πάντοτε με απόλυτη βεβαιότητα. Μαζί με τον διευθυντή του CICA, Μπουπέντρα Κάρια, και την επικεφαλής έρευνας, Ρέικο Τόμι, η Μονρό ήταν από τους πρώτους μελετητές που απέκτησαν πρόσβαση στο στούντιο κοντά στην ψυχιατρική κλινική όπου η Κουσάμα είχε επιλέξει να ζει από το 1977.
Το αρχείο και η Μπιενάλε του 1966
Εκεί βρήκαν ένα τεράστιο προσωπικό και καλλιτεχνικό αρχείο: βαλίτσες με λογότυπα της Pan Am ζωγραφισμένες με βούλες, κουτιά στοιβαγμένα στα ράφια, πίνακες τυλιγμένους σε ρολά και φωτογραφίες από τις περφόρμανς της στη Νέα Υόρκη. Ανάμεσα στο υλικό υπήρχαν ντοκουμέντα από την παρουσία της στην 33η Μπιενάλε της Βενετίας το 1966. Εκεί είχε στήσει, χωρίς επίσημη άδεια, το «Narcissus Garden», τοποθετώντας 1.500 καθρεφτίζουσες πλαστικές μπάλες στο γρασίδι. Φορώντας χρυσό κιμονό, τις πρόσφερε προς πώληση για δύο δολάρια τη μία, σε μια προκλητική παρέμβαση ενάντια στην εμπορευματοποίηση της τέχνης. Οι αρχές τελικά της ζήτησαν να αποχωρήσει.
Η ψυχική ασθένεια δεν εξηγεί την τέχνη
Η ψυχική ασθένεια της Γιαγιόι Κουσάμα έγινε με τα χρόνια αναπόσπαστο κομμάτι της δημόσιας αφήγησης γύρω από τη ζωή και το έργο της. Η Μονρό προειδοποιεί, ωστόσο, για τον κίνδυνο να ερμηνεύεται ολόκληρη η καλλιτεχνική της δημιουργία αποκλειστικά μέσα από αυτό το πρίσμα. Η ψυχική ασθένεια, επισημαίνει, δεν ταυτίζεται με την καλλιτεχνική δημιουργία και το αποτέλεσμά της δεν είναι κατ’ ανάγκη τέχνη. Οι οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις της Κουσάμα επηρέασαν αναμφίβολα τον κόσμο που δημιούργησε, αλλά δεν αρκούν για να εξηγήσουν ούτε την πρωτοτυπία ούτε την τεράστια παραγωγικότητά της.
Από τη δεκαετία του 1950, η ίδια περιέγραφε τις εμπειρίες της με τον όρο «self-obliteration», την «αυτοεξάλειψη»: την αίσθηση ότι ο εαυτός διαλύεται και χάνεται μέσα στο τίποτα. Η αδιάκοπη δημιουργία χιλιάδων έργων, σύμφωνα με τη Μονρό, τη βοήθησε να αντιμετωπίσει την απόγνωση και πιθανότατα την έσωσε από την αυτοκτονία. Οι ρίζες της τέχνης της βρίσκονταν, όμως, και βαθύτερα στη ζωή της. Η Κουσάμα μεγάλωσε σε μια συντηρητική οικογένεια, στην Ιαπωνία της πολεμικής περιόδου. Η μητέρα της ήταν τόσο αντίθετη στην ενασχόλησή της με την τέχνη, ώστε, σύμφωνα με τις αφηγήσεις της καλλιτέχνιδας, της άρπαζε τα σχέδια. Στο οικογενειακό περιβάλλον υπήρχαν επίσης ένας άπιστος πατέρας, αλλά και τραυματικές εμπειρίες σεξουαλικού χαρακτήρα από νεαρή ηλικία. Η οικογένειά της καλλιεργούσε λουλούδια για τη χονδρική επιχείρηση σπόρων που διατηρούσε. Οι πυκνές, επαναλαμβανόμενες μορφές των λουλουδιών θεωρούνται μία από τις πηγές της εμμονής της με τα «δίχτυα» και τις κουκκίδες που αργότερα θα κυριαρχούσαν στο έργο της.
Μια Γιαπωνέζα στη Νέα Υόρκη των ανδρών
Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1958, η Γιαγιόι Κουσάμα ήταν 29 ετών. Είχαν περάσει μόλις 16 χρόνια από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και η παρουσία μιας Γιαπωνέζας καλλιτέχνιδας σε ένα περιβάλλον κυριαρχούμενο από άνδρες ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να ενταχθεί στην πρωτοπορία, αναπτύσσοντας το προσωπικό της ύφος με τα δίχτυα και τις βούλες. Η αναγνώρισή της ήρθε αργότερα, όταν το έργο της επανεκτιμήθηκε και τα Infinity Mirror Rooms έγιναν παγκόσμιο φαινόμενο. Σήμερα, η κληρονομιά της Κουσάμα παραμένει τεράστια, αλλά η Μονρό καλεί το κοινό να κοιτάξει πέρα από τη φήμη και να ανακαλύψει την καλλιτέχνιδα πίσω από τις βούλες.
— Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητά από τα κράτη να προστατεύσουν τους δημοσιογράφους και να τιμωρήσουν τους δράστες, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα κατά της Ατιμωρησίας για Ε
— Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς συμφώνησαν στις 26 Οκτωβρίου να εντείνουν τη συνεργασία τους για την ανάπτυξη και τη διαθεσιμότητα ιατρικών αντιμέτρων, με κοινέ